1. Το άρθρο 123 του ν. 2960/2001 (Α' 265) «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» τροποποιείται ως εξής:
α. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 123 προστίθεται νέα περίπτωση ζ' ως εξής, η δε περίπτωση ζ' αναριθμείται σε η':
«ζ) Για τα αυτοκίνητα οχήματα που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τα οποία με την προσθήκη στον ανοικτό χώρο φόρτωσης καλύμματος από άκαμπτο στερεό υλικό διασκευάζονται σε οχήματα με μόνιμο κλειστό αμάξωμα των δασμολογικών κλάσεων 87.03 και 87.04, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1573/1985 (A' 201).»
β. Η παράγραφος 3 του άρθρου 123 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Ως αυτοκίνητο όχημα με μόνιμο κλειστό αμάξωμα νοείται όχι μόνο αυτό που εκ κατασκευής το αμάξω- μά του είναι κλειστό αλλά και αυτό που προκύπτει με την προσθήκη στο αμάξωμα ανοικτού φορτηγού καθώς και στον ανοικτό χώρο φόρτωσης των οχημάτων του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, καλύμματος από άκαμπτα στερεά υλικά ανεξάρτητα αν αφαιρείται εύκολα ή δύσκολα ή αν το πίσω μέρος του αμαξώματος παραμένει ανοικτό.»
2. Το άρθρο 137 του ν. 2960/2001 τροποποιείται ως εξής:
α. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 1 της παραγράφου Γ του άρθρου 137 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Πέρα από την επιβολή των προστίμων που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους Α1, Α4, Β5, Β6, καθώς και των αναφερομένων στις παραγράφους Γ2, Γ4, Γ5 και Γ12 τα οχήματα υπόκεινται και σε προσω¬ρινή δέσμευση, με πράξη της Τελωνειακής Αρχής που διαπίστωσε την παράβαση, εάν δεν διασφαλίζεται η είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου.»
β. Στην παράγραφο Γ του άρθρου 137 προστίθεται περίπτωση 12, ως εξής:
«12. Στις περιπτώσεις αυτοκινήτων οχημάτων που κα¬ταλαμβάνονται πριν ή μετά την ταξινόμησή τους να έχουν διασκευασθεί χωρίς την τήρηση των διατάξεων του ν. 1573/1985 (Α' 201), επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 1/5 του αναλογούντος στα οχήματα τέλους ταξινόμησης με ανώτατο όριο το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής των αναλογουσών στα διασκευασθέντα οχήματα φορολογικών επιβαρύνσεων, εφόσον μετά την καταβολή του προβλεπόμενου από το προηγούμενο εδάφιο προστίμου, επαναφερθούν στην αρχική τους μορφή, γεγονός που θα βεβαιώνεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή.
Σε περίπτωση που ιδιοκτήτης οχήματος, ο οποίος υπέ¬πεσε σε παράβαση του πρώτου εδαφίου της παρούσας, κατέβαλε το προβλεπόμενο πρόστιμο και επανέφερε το όχημα στην αρχική μορφή του, καταληφθεί εκ νέου να έχει διασκευάσει το ίδιο όχημα χωρίς την τήρηση των διατάξεων του ν. 1573/1985, επιβάλλεται σε αυτόν το διπλάσιο του κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενου προστίμου.»
3. Οι διατάξεις της περίπτωσης 12 της παραγράφου Γ του άρθρου 137 του ν. 2960/2001 εφαρμόζονται και για παραβάσεις για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί οι καταλογιστικές πράξεις. Εφαρμόζονται επίσης και για παραβάσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι καταλογιστικές πράξεις αλλά εκκρεμούν ενώπιον των Διοικητικών και εκκρεμούν για είσπραξη ενώπιον των αρμόδιων αρχών, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν αίτηση εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, παραιτηθούν των ενδίκων μέσων και καταβάλουν τα προβλεπόμενα ποσά. Ποσά που έχουν καταβληθεί συμψηφίζονται μέχρι το ύψος της προβλεπόμενης τελωνειακής οφειλής και τυχόν διαφορά δεν επιστρέφεται.
4. Το άρθρο 9 του ν. 1573/1985 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων του
ν. 2960/2001 (Α' 265) εφαρμόζονται και για παραβάσεις του παρόντος νόμου».
5. Οι παράγραφοι 11 και 12 του άρθρου 15 του ν. 2386/ 1996 (Α' 43) καταργούνται.
6. α. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 4002/2011 (Α' 180), προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Στην ανωτέρω διάταξη υπάγονται και οχήματα για τα οποία έχουν κατατεθεί αιτήσεις επιστροφής του τέλους ταξινόμησης έως και 30.11.2013, από ενδιάμεσους εμπόρους αυτοκινήτων (dealers) στους οποίους μεταβιβάστηκαν τα υπό κρίση οχήματα με ολόκληρο το ποσό του τέλους ταξινόμησης. Στην περίπτωση αυτή προσκομίζεται συμπληρωματικά ως δικαιολογητικό, το πρωτότυπο τιμολόγιο στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, η οποία χορηγεί ακριβές φωτοαντίγραφο στον δικαιούχο.»
β. Η ισχύς της διάταξης της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.